Γράφει η Έλενα Λεζέ

Υπάρχει μια Ελλάδα που αποτυπώνεται στους οικονομικούς δείκτες και μια άλλη Ελλάδα που αποτυπώνεται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Η πρώτη μιλά για ανάπτυξη, επενδύσεις, αύξηση της απασχόλησης και βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών. Η δεύτερη μετρά κάθε μήνα το κόστος του ενοικίου, του ηλεκτρικού ρεύματος, των τροφίμων και των βασικών αναγκών της οικογένειας.
Ανάμεσα στις δύο αυτές πραγματικότητες βρίσκεται σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά ζητήματα της χώρας.
Η ακρίβεια δεν αποτελεί πλέον ένα προσωρινό οικονομικό πρόβλημα. Έχει εξελιχθεί σε καθημερινή κοινωνική πίεση και κατ’ επέκταση σε κρίσιμο παράγοντα πολιτικής αξιολόγησης.
Ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται μόνο για το αν αυξάνεται ο κατώτατος ή ο μέσος μισθός. Θέλει να γνωρίζει πόσα πραγματικά χρήματα του απομένουν στο τέλος του μήνα. Θέλει να μπορεί να πληρώνει το σπίτι του, να αγοράζει τα απαραίτητα, να στηρίζει τα παιδιά του και να αντιμετωπίζει μια έκτακτη ανάγκη χωρίς να οδηγείται σε οικονομικό αδιέξοδο.
Η κυβέρνηση έχει απέναντί της μια δύσκολη εξίσωση. Από τη μία πλευρά οφείλει να διατηρήσει τη δημοσιονομική σταθερότητα και να συνεχίσει την αναπτυξιακή πολιτική. Από την άλλη καλείται να αντιμετωπίσει μια πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια πολίτες.
Και εδώ δεν αρκούν οι εξαγγελίες.
Χρειάζονται αποτελεσματικές πολιτικές που θα αντιμετωπίζουν τις αιτίες της ακρίβειας θα ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα και θα δημιουργούν μεγαλύτερη ασφάλεια για τα νοικοκυριά.
Ιδιαίτερα κρίσιμο παραμένει το ζήτημα της κατοικίας. Η αύξηση των ενοικίων και η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή στέγη έχουν δημιουργήσει ένα νέο κοινωνικό πρόβλημα. Για πολλούς νέους ανθρώπους η ανεξαρτησία καθυστερεί. Για πολλές οικογένειες η κατοικία απορροφά ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος.
Η πολιτική συζήτηση ωστόσο, δεν μπορεί να περιορίζεται στην κριτική προς την κυβέρνηση.
Η αντιπολίτευση έχει επίσης ευθύνη να παρουσιάσει συγκεκριμένες, κοστολογημένες και εφαρμόσιμες προτάσεις. Η κοινωνία δεν χρειάζεται μόνο καταγγελίες. Χρειάζεται εναλλακτικές λύσεις.
Το ερώτημα είναι πλέον ποια πολιτική δύναμη μπορεί να πείσει ότι διαθέτει ένα αξιόπιστο σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
Γιατί η ακρίβεια έχει αλλάξει και τα πολιτικά κριτήρια των πολιτών. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο γύρω από ιδεολογίες και κομματικές αντιπαραθέσεις. Διεξάγεται γύρω από το ενοίκιο, τον μισθό, το κόστος των τροφίμων, την ενέργεια και την προοπτική μιας οικογένειας.
Το μεγαλύτερο πολιτικό στοίχημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο να παρουσιάζει θετικούς οικονομικούς δείκτες. Είναι να μετατρέπει την οικονομική πρόοδο σε χειροπιαστή βελτίωση της ζωής των πολιτών.
Γιατί ανάπτυξη χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα δημιουργεί απόσταση.
Και όταν η απόσταση ανάμεσα στους αριθμούς και στην καθημερινότητα μεγαλώνει, μεγαλώνει μαζί της και η δυσπιστία.
Η Ελλάδα χρειάζεται πολιτικές που θα διασφαλίζουν ότι τα οφέλη της ανάπτυξης δεν θα συγκεντρώνονται μόνο σε ένα μέρος της κοινωνίας.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ελλάδα αναπτύσσεται.
Είναι ποιος αισθάνεται αυτή την ανάπτυξη στην καθημερινή του ζωή.
Εκεί θα κριθεί τελικά και η πολιτική αξιοπιστία της επόμενης περιόδου.

