Γράφει η Έλενα Λεζέ

Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης φιλοδοξεί να σηματοδοτήσει μια νέα εποχή για τη λειτουργία των Δήμων και των Περιφερειών. Εισάγει αλλαγές που μπορούν να εκσυγχρονίσουν τη διοίκηση, να βελτιώσουν τις διαδικασίες και να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα των τοπικών αρχών.
Ωστόσο, καμία θεσμική μεταρρύθμιση δεν μπορεί από μόνη της να αλλάξει την αυτοδιοίκηση.
Η πραγματική αλλαγή δεν θα έρθει μέσα από έναν νέο Κώδικα αλλά μέσα από μια νέα πολιτική κουλτούρα.
Δυστυχώς, αυτή η αλλαγή αργεί. Και αργεί γιατί εξακολουθούν να επιβιώνουν νοοτροπίες που κρατούν την Αυτοδιοίκηση δέσμια του παρελθόντος. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται την ενασχόλησή τους με τα κοινά ως μέσο προσωπικής επιβίωσης ή διατήρησης της εξουσίας και όχι ως πράξη προσφοράς κάθε μεταρρύθμιση θα σκοντάφτει στην ίδια πραγματικότητα.
Οι σκιές, οι προσωπικές στρατηγικές, οι εξαρτήσεις και η προσήλωση στην «καρέκλα» δεν αφήνουν χώρο για τολμηρές αποφάσεις. Αντίθετα, συντηρούν ένα σύστημα που ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διατήρησή του παρά για την ανανέωσή του.
Το ίδιο ισχύει και για όσους αντιμετωπίζουν την ένταξή τους σε μια παράταξη ως ζήτημα πολιτικής σκοπιμότητας και όχι πολιτικής ταυτότητας. Όταν η επιλογή παράταξης καθορίζεται από το που υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες εκλογής και όχι από το ποιο πρόγραμμα, ποιες αξίες και ποιο όραμα εκφράζει, τότε η αυτοδιοίκηση εγκλωβίζεται στη λογική της διαχείρισης των συσχετισμών αντί να υπηρετεί την αλλαγή.
Οι παρατάξεις δεν πρέπει να είναι χώροι προσωπικής πολιτικής επιβίωσης. Πρέπει να είναι χώροι σύνθεσης ιδεών, παραγωγής πολιτικής και ευθύνης απέναντι στους πολίτες. Διαφορετικά, η πολιτική χάνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο και περιορίζεται σε διαρκείς μετακινήσεις προσώπων και ισορροπίες εξουσίας.
Η κοινωνία σήμερα ζητά κάτι διαφορετικό. Ζητά αξιοπιστία, διαφάνεια, συνέπεια και σχέδιο. Ζητά ανθρώπους που δεν θα αλλάζουν πορεία ανάλογα με τις πολιτικές συγκυρίες, αλλά θα παραμένουν σταθεροί στις αρχές τους και θα κρίνονται από το έργο τους.
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα προς τον εκσυγχρονισμό. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την πολιτική ευθύνη. Κανένας νόμος δεν μπορεί να επιβάλει ήθος, συνέπεια και όραμα.
Η ουσιαστική μεταρρύθμιση θα έρθει όταν η αυτοδιοίκηση πάψει να αποτελεί πεδίο προσωπικών φιλοδοξιών και γίνει ξανά χώρος προσφοράς, συμμετοχής και δημιουργίας. Όταν οι πολίτες επιλέγουν και οι αιρετοί υπηρετούν με μοναδικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.
Μόνο τότε οι αλλαγές στους νόμους θα αποκτήσουν πραγματικό νόημα. Γιατί η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση δεν είναι αυτή που ψηφίζεται στη Βουλή. Είναι εκείνη που αλλάζει τη νοοτροπία με την οποία ασκείται η πολιτική.

