Πρόσφατα κάποιος με ρώτησε γιατί ασχολούμαι με την πολιτική αρθρογραφία. Θα περίμενα αντί γι’ αυτή την ερώτηση, να με ρωτήσει για το βιβλίο μου.
Ποιο είναι το θέμα του, πως γεννήθηκε η ιδέα της συγγραφής του και τι θα ήθελα να κρατήσει ο αναγνώστης απο αυτό.
Η πολιτική αρθρογραφία είναι μέρος της δημόσιας παρουσίας μου και είναι φυσικό να προκαλεί ερωτήσεις ή διαφωνίες.
Το βιβλίο είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι της δουλειάς μου, για το οποίο θα ήθελα να γίνεται συζήτηση με αφετηρία το ίδιο το περιεχόμενό του.
Δεν θεωρώ ότι η πολιτική αρθρογραφία πρέπει να περνά απαρατήρητη. Θεωρώ ότι αξίζει να υπάρχει ενδιαφέρον και για όσα γράφει κάποιος πέρα από τα πολιτικά άρθρα του.
Θα προτιμούσα λοιπόν, να με ρωτήσουν για το βιβλίο μου, για την ιστορία που αφηγείται και για όσα με οδήγησαν να το γράψω.
Θα ήταν μια συγκεκριμένη αφορμή για συζήτηση γύρω απο το έργο μου αντί για το γιατί επιλέγω να αρθρογραφώ πολιτικά.
Υπάρχει μια λεπτομέρεια που δεν θεωρώ ασήμαντη.Όταν ένας άνθρωπος που δεν σε γνωρίζει προσωπικά σε ρωτά :Γιατί ασχολείσαι με την πολιτική αρθρογραφία; η επιλογή της λέξης «γιατί» δίνει στην ερώτηση έναν διαφορετικό τόνο απο μια απλή εκδήλωση ενδιαφέροντος.
Δεν μπορώ να γνωρίζω ποια πρόθεση κρύβεται πίσω απο αυτήν, ούτε είναι σωστό να την αποδώσω αυθαίρετα.
Μπορώ να αναρωτηθώ γιατί επιλέχθηκε αυτή η ερώτηση και όχι κάποια άλλη.
Γιατί τελικά, ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται μια ερώτηση έχει σημασία, ιδιαίτερα όταν προέρχεται απο κάποιον που δεν σε γνωρίζει και δεν έχει προηγηθεί καμία συζήτηση.
Δεν προδικάζω την πρόθεσή του αλλά δεν θεωρώ και την ερώτηση αυτονόητα ουδέτερη.
Αυτό που μου έκανε εντύπωση δεν ήταν μόνο η ερώτηση αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε προηγηθεί κάποιο σχόλιο , κριτική ή κάποια συζήτηση για συγκεκριμένο άρθρο μου.
Θα προτιμούσα πάντως, να είχε επιλέξει να με ρωτήσει για το βιβλίο μου.
Με εκτίμηση
Λεζέ Έλενα

